διάπυρος

διάπῠρ-ος, ον,
A red-hot, Anaxag.A.1,al., Hp.Aër. 17, E.Cyc.631, Arist.Pr.954a18;

σίδηρος Epicur.Fr.346b

; διάπυρα, τά, embers, Pl.Ti.58c; extremely hot,

πέτραι δ. ὑπὸ τοῦ ἡλίου Porph. Abst.1.13

.
2 inflamed, Hp.VM18.
3 metaph., ardent, fiery, Pl.R.615e, Lg.783a ([comp] Sup.); δ. πρὸς ὀργήν, πρὸς δόξαν, Plu.2.577a, Luc.4;

ἐραστής Procop.Pers.2.12

;

δ. μῖσος Plu.Arat.3

. Adv. -ρως ardently,

προσέχειν σχολῇ εὐσεβείας Jul.Ep.89a

;

ἐρασθῆναί τινος Ael.VH2.4

.
4 using fire,

χρεία Max.Tyr.10.8

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διάπυρος — red hot masc/fem nom sg διαπυρος red hot masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάπυρος — η, ο (Α διάπυρος, ον) 1. πυρακτωμένος σε ολόκληρη τη μάζα του 2. διακαής, ένθερμος, φλογερός …   Dictionary of Greek

  • διάπυρος — η, ο 1. πυρακτωμένος, κατακόκκινος από τη θερμότητα: Διάπυρη λάβα. 2. φλογερός, διακαής: Τον διαπερνούσε διάπυρος πόθος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διαπύρως — διάπυρος red hot adverbial διάπυρος red hot masc/fem acc pl (doric) διαπυρόω imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) διαπυρος red hot adverbial διαπυρος red hot masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάπυρον — διάπυρος red hot masc/fem acc sg διάπυρος red hot neut nom/voc/acc sg διαπυρος red hot masc/fem acc sg διαπυρος red hot neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπυρωτάτους — διάπυρος red hot masc acc superl pl διαπυρος red hot masc acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπυρώτατος — διάπυρος red hot masc nom superl sg διαπυρος red hot masc nom superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπύροις — διάπυρος red hot masc/fem/neut dat pl διαπυρος red hot masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπύροισι — διάπυρος red hot masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) διαπυρος red hot masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπύρου — διάπυρος red hot masc/fem/neut gen sg διαπυρόω pres imperat act 2nd sg διαπυρόω imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) διαπυρος red hot masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπύρους — διάπυρος red hot masc/fem acc pl διαπυρόω imperf ind act 2nd sg (homeric ionic) διαπυρος red hot masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.